εποικοδομώ

(AM ἐποικοδομῶ, -έω)
οικοδομώ, χτίζω επάνω σε προϋπάρχοντα θεμέλια ή οικοδομή (α. «ἐποικοδομήσαντες δὲ αὐτὸ οἱ Ἀθηναῑοι ὑψηλότερον τὸ τεῑχος» β. «ἐπὶ ταύτης οἷον κρηπῑδος μονίμου ἐποικοδομεῑν δυνατόν»)
αρχ.-μσν.
1. ανοικοδομώ («ἐπῳκοδόμει δὲ τὸ τεῑχος αὐτῶν ὅ ἐδεῑτο»)
2. στερεώνω, εδραιώνω στην πίστη («τῇ ἁγιωτάτῃ ὑμῶν πίστει ἐποικοδομοῡντες ἑαυτούς»)
3. κατασκευάζω συμπληρωματικό, πρόσθετο οχύρωμα
αρχ.
(για τον λόγο) χρησιμοποιώ το ρητορικό σχήμα τής «κλίμακος».

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εποικοδομώ — εποικοδόμησα, εποικοδομήθηκα, εποικοδομημένος, μτβ. 1. οικοδομώ πάνω σε οικοδομή που προϋπήρχε. 2. μτφ., στηρίζομαι σε όσα ειπώθηκαν και διατυπώνω νέες σκέψεις και νέα επιχειρήματα. 3. μτφ., συντελώ στην ηθικοποίηση κάποιου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐποικοδομῶ — ἐποικοδομέω build up pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐποικοδομέω build up pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐποικοδομέω build up pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐποικοδομέω build up pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίθω — αἴθω (Α) 1. ανάβω, καίω (χρησιμοποιείται μόνο σε ενεστ. και παρατ.) 2. (αμτβ.) φλέγομαι, λάμπω 3. παθ. φλέγομαι, καίγομαι (στον Όμηρο μόνο στη μετοχή: «πυρὸς μένος αἰθομένοιο») 4. Στη Μυκην. η λ. μαρτυρείται έμμεσα από την ύπαρξη κυρίου ονόματος… …   Dictionary of Greek

  • επιναυπηγώ — ἐπιναυπηγῶ, έω (Α) εποικοδομώ, συναρμολογώ επάνω στο κατάστρωμα τού πλοίου («ἐπιναυπηγοῡνται πυργοῡχοι καὶ ἐπ’ αὐτῶν πυργία δύο») …   Dictionary of Greek

  • προεποικοδομώ — έω, Μ κτίζω προηγουμένως πάνω σε υπάρχουσα οικοδομή. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐποικοδομῶ «κτίζω πάνω σε προϋπάρχουσα οικοδομή»] …   Dictionary of Greek

  • προσεπιδομώ — έω, Μ κτίζω επιπροσθέτως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐπιδομῶ «εποικοδομώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσεποικοδομώ — έω, Μ [ἐποικοδομῶ] οικοδομώ κάτι ακόμη, κάνω προσθήκη στην οικοδομή …   Dictionary of Greek

  • συνεποικοδομώ — έω, Α [ἐποικοδομῶ] συμμετέχω στην ανοικοδόμηση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.